5 Χαϊκου της ανοιξης – Μερος 2

Hearts are like flowers:
you nurture them in winter,
then they bloom in spring

Όχθες της λίμνης
Ρυτιδώνουν τα νερά
επιθυμίες

Sunrays on his skin,
the wordsmith still remembers
the Chinese mountains

Ρηχό ποτάμι
κυλάει ορμητικά.
Θα το διασχίσεις;

When bones turn to dust
and mighty cities crumble,
plum trees blossom still

5 Χαϊκου της ανοιξης – Μερος 1

Κοιτώ την φωλιά

πως νιώθουν όταν πετούν

για πρώτη φορά

         ~

Πάνω στο στρώμα

δυο κορμιά ενώνονται

μια μέρα κυλά

         ~

Στο μονοπάτι

περπατάω γρήγορα

μήπως βιάζομαι;

          ~

Tα πλοία σπίτια

κοιμούνται στον Τάμεση

το ποτάμι μας

         ~

Ανθίζουν δειλά

κάνουν το ταξίδι τους

μετά πεθαίνουν

Αναζητώντας την ευτυχία

Έψαχνε απεγνωσμένα να την βρει. Το είχε κάνει στόχο ζωής. Την είχαν ανακαλύψει και άλλοι άλλωστε. Το έβλεπε στα μάτια τους. Τα μάτια ποτέ δεν λένε ψέματα. Σχεδόν ποτέ..

        Την έψαξε στα βιβλία. Αριστουργηματικοί συγγραφείς σαν μικροί θεοί που κινούν τις μαριονέτες και πλάθουν ολόκληρους ανθρώπους, κόσμους και κοινωνίες – φιλόσοφοι, ποιητές και ψυχολόγοι ταυτόχρονα – σίγουρα είχαν να του διδάξουν πολλά. Όμορφα πλασμένες και εκτεθειμένες ιστορίες, αληθινές ή φανταστικές με χαρακτήρες που διαθέτουν κάτι παραπάνω από τον τυχαίο γνωστό που πετύχαινε έξω. Έμαθε πολλά απ’ αυτά. Μέχρι που συνειδητοποίησε ότι τίποτα δεν βιώνεται θεωρητικά. Η απουσία πράξης σκότωνε τους χείμαρρους θεωρίας που κατέκλυζαν το κεφάλι του. Άλλο η στείρα επανάληψη, άλλο το βίωμα. Στο ίδιο τσουβάλι και τα εκατοντάδες βιβλία πολιτικής, ψυχολογίας και φιλοσοφίας που διάβασε. Αηδίες..

        Έπειτα, την έψαξε στα ξενύχτια, στα ποτά, στην συνεχή εναλλαγή ερωτικών συντρόφων και ουσιών. Η αρχική ευδαιμονία μετατράπηκε σύντομα σε ένα τεράστιο αχανές κενό στο βάθος του οποίου βρισκόταν μια μαύρη λίμνη που αντικατόπτριζε την σκιά του. Γερασμένη, σκληρή, άκαμπτη, ρηχή. Ήταν ψεύτικο το όλο σκηνικό. Σαν να βρισκόταν εγκλωβισμένος σε ένα παιχνίδι ρόλων, με συχνά ψεύτικα χαμόγελα και φαιδρές υποσχέσεις φαινομενικά κοινωνικών ατόμων, ανίκανων για οποιαδήποτε ουσιώδη σύνδεση με κάποιον άλλο, σχέσεων για αυτοπροβολή και όχι για την απρόσμενη μαγική γνωριμία με μια ξένη ύπαρξη. Η οποιαδήποτε σχέση σεξουαλική ή μη είναι ένα μονοπάτι. Τις περισσότερες φορές σου προσφέρει αρκετά. Εσύ όμως το οριοθετείς από την αρχή σαν μονόδρομο για να νιώθεις πιο ασφαλής. Και δεν ξέρεις πώς να γυρίσεις μετά. Και δεν απολαμβάνεις τη ζωή σου. Αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

        Την έψαξε στον τζόγο. Αδρεναλίνη, αγωνία, ευκαιρία για εύκολο πλουτισμό, εθισμός. Ήταν σαν την εκτεταμένη χρήση ουσιών η όλη κατάσταση. Το τέλειο γίνεται συνηθισμένο και το συνηθισμένο βαρετό.

        Την έψαξε σε στόχους. Είχε γεμίσει μπλοκάκια που κατέγραφε τι ήθελε να πραγματοποιήσει την επόμενη μέρα, βδομάδα, μήνα, χρόνο. Πεπεισμένος ότι γνωρίζει τον εαυτό του. Απλή νεύρωση και άγχος.

        Σε likes, λεφτά, δουλειά και κατανάλωση προϊόντων που σου φέρνουν την ευτυχία δεν την έψαξε ποτέ. Αρκούσε ότι παρατηρούσε τους συνανθρώπους του, να γίνονται δυστυχισμένοι προσπαθώντας να γίνουν ευτυχισμένοι. Ο Φρόιντ έλεγε ότι μπορεί να την βρεις πίσω στην παιδική ηλικία. Να θυμηθείς τι ήθελες τότε. Ο Φρόιντ έλεγε και αρκετές μαλακίες..

        Τριγυρίζει ακόμα ανίκανος να βρει ένα σπίτι, ανίκανος να αφεθεί στην ομορφιά της πραγματικής ηρεμίας. Ψάχνει να βρει αυτό που αποτυχημένα προτείνουν τα διάφορα εγχειρίδια και οι σοφοί. Οι σοφοί εκείνοι που δίνουν διαλέξεις και παίρνουν εκατομμύρια. Μια μέρα επέστρεψε στην Ελλάδα, έχοντας γυρίσει πόλεις και χώρες που δεν είχα ακούσει ποτέ μου. Τον κέρασα ένα καφέ σε ένα παρκάκι όπως τον παλιό καλό καιρό και του ζήτησα να μου πει τι έχει καταλάβει μέχρι τώρα και αν θα μπορέσει να βρει ποτέ αυτό που ψάχνει. Μου είπε αυτολεξεί:

        «Την βρήκα την ευτυχία μου. Βρίσκεται ακριβώς στο ταξίδι να την αναζητώ. Αυτός είναι πλέον ο σκοπός μου. Μοιάζει παράδοξο αλλά δεν είναι. Είναι μπροστά μας, είναι απλή, αλλά εμείς δυσκολεύουμε τις ζωές μας. Το καλύτερο μέρος για να κρύψεις κάτι είναι να το βάλεις μπροστά στα μάτια του άλλου». Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε με σιγανή συγκινημένη φωνή.

        «Δεν υπάρχει αντικειμενική συνταγή όμως. Τα πράγματα που φαίνονται ιδεατά για κάποιον, είναι φυλακή για κάποιον άλλον. Το δύσκολο αρχικά είναι να καταλάβεις ποιος είσαι. Δεν νιώθουμε άνετα να δούμε βαθιά τον εαυτό μας, το φοβόμαστε. Οι χριστιανοί το είχαν καταλάβει αυτό και καθιέρωσαν την εξομολόγηση. Εκεί ανακαλύπτεις τα ενδότερα σου, τις δήθεν αμαρτίες σου, τις πιο βαθιές κρυμμένες σκέψεις, τις αποτυχίες σου. Είναι μια ανακούφιση να ξεγυμνώνεσαι. Και είναι εύκολο να το κάνεις σε έναν απρόσωπο, έμπιστο πρόσωπο που είναι λειτουργικά ανίκανος να τα διατυμπανίσει… Στην πραγματικότητα δεν το κάνεις ούτε στον εαυτό σου. »

        «Οι άνθρωποι που δεν έχουν δει καθαρά τον εαυτό τους είναι αδύναμοι για οποιαδήποτε σχέση και ανίκανοι να ευτυχήσουν. Επειδή τους καταδιώκουν επιτυχίες και θέλω που δεν παραδέχονται. Είναι εγωιστές και οι εγωιστές δεν αγαπούν υπερβολικά τον εαυτό τους, αντιθέτως, τον μισούν και τον υποτιμούν υπερβολικά και γι’ αυτό είναι φοβικοί και καχύποπτοι με τους άλλους. Η ευτυχία πηγάζει από μέσα και εμπεριέχει την αυτοαποδοχή. Θέλει όμως κόπο, ψάξιμο και μπόλικο πόνο. Η ευτυχία υπήρχε ανέκαθεν σαν θάλασσα μέσα μας, εμείς όμως την στραγγίζαμε συνέχεια με τον ανταγωνισμό, τα σχολεία, τις βαρετές δουλειές, τους κανόνες, τους τύπους, τις αστυνομίες, τις ιεραρχίες, τους στρατούς, τα φοβικά σύνδρομα, την έλλειψη αγάπης και συναισθημάτων»

Θα ήθελε

Πάει καιρός που δεν βάζει ξυπνητήρι. Η αδιαφορία του να ψάξει δουλειά δικαιολογείται επαρκώς με το «Δεν παίζουν δουλειές τώρα». Από το να δουλεύει για τρεις και εξήντα προτιμάει να μη δουλεύει καθόλου. Κάτι λεφτά πεταμένα στην άκρη υπάρχουν, όσο η κρίση μετουσιώνεται σε πάπλωμα, που καλύπτει ενδελεχώς και εντελώς την απουσία κινήτρου που εξουσιάζει τη ζωή του.

Θα συναντήσει τον Τάκη για καφέ. Ο Τάκης είναι ακριβώς στην ίδια φάση, αλλά με περισσότερο λεφτά καβάτζα. Ο καλοκάγαθος στρατότετοιος μπαμπάς να ναι καλά. Τον μισεί, επειδή θα λάτρευε να βρίσκεται στην θέση του. Δεν είναι όμως. Δεν πίνει και καφέ δηλαδή. Θα πιεί κοκα κόλα. Τουλάχιστον, όμως βγαίνει λίγο από το σπίτι. Η συζήτηση θα περιοριστεί στα κλασικά.

«Τι λέει ρε Τάκη»;

«Καλά ρε εσύ»;

«Κομπλέ»

Κομπλέ δεν είναι, αλλά δεν χρειάζεται ο Τάκης να το μάθει. Τι τον νοιάζει άλλωστε η γνώμη ενός τυχαίου γνωστού, με τον οποίο υπάρχει η σύμβαση να μοιράζονται τις στιγμές που πίνουν τον «καφέ» τους.

Ο υπόλοιπος καφές μοιράζεται σε κοινοτοποσυζητήσεις, σχολιασμός «της γκόμενας που κάθεται πιο κει, αλλά δεν μπορεί να μας ακούσει»,  βαρεμένα βλέμματα εδώ και εκεί, τι θα κάναμε άμα παίζαν λεφτά και λίγο τάβλι για να περάσει η ώρα.

Σηκώνεται, χαιρετάει τον Τάκη και πάει να αγοράσει ένα πιτόγυρο, μια μπύρα και μια σοκολάτα. Βαριέται να μαγειρέψει και πάντα τρώει σοκολάτα. Όσο κατευθύνεται προς το σπίτι και μετά την αποτυχημένη απόπειρα να βρει το ipod του, το οποίο βρίσκεται ξεχασμένο στο συρτάρι του, αποφασίζει να σκεφτεί τι θα κάνει την επόμενη ημέρα. Δεν θέλει να σκέφτεται τίποτα, βρίζει τον εαυτό του που ξέχασε το ipod και περνάει το φανάρι τρέχοντας, αλλά μετά αναρωτιέται γιατί έτρεξε αφού δεν έχει να προλάβει κάτι.

Σκέφτεται πως πέρασε τις προηγούμενες ημέρες. Κατά κύριο λόγο, κρυφοκοιτώντας τις ζωές παλιών γνωστών και φίλων στο facebook, παρατηρώντας γκόμενες που «θα» την πέσει μελλοντικά-ίσως-, βλέποντας βίντεο στο youtube, τσεκάροντας τα μειλ του 20 φορές την ήμερα, με έναν ανεξήγητο ενθουσιασμό να ακολουθεί την παραλαβή mail, ακόμα και διαφημιστικού. Κάνοντας και λαμβάνοντας like, έχει και να ελέγξει πόσα like έχει λάβει μετά το καινούργιο post που αφορούσε ένα ντοκυμαντερ του οποίο διάβασε την περίληψη και θα δει στο μέλλον.

 Δεν θα βγει σήμερα, θα περιμένει το Σαββατοκύριακο. Δεν υπάρχει προφανής λόγος για αυτό και το σύνθημα που διάβασε προχθές «Το Σαββατοκύριακο είναι το άλλοθι ενός πενθήμερου βιασμού» τον μπέρδεψε.

 Φτάνει στο σπίτι και ψάχνει τα κλειδιά του εξετάζοντας τις γεμάτες τσέπες του. Ποτέ δεν βάζει τα κλειδιά στο ίδιο μέρος. Οι μικρές επαναλαβανόμενες στιγμές της καθημερινότητας που τόσο τον κουράζουν.

Ο μεγάλος υπολογιστής ανοιχτός στο σκοτεινό και σχετικά βρώμικο δωμάτιο φαντάζει το ιδανικότερο μέρος για να ξοδέψει την υπόλοιπη μέρα. 2 like στο check in του από το καφέ Τεμκαφέ, ρε πόσο καίγεται ο κόσμος, χαμογελάει και νιώθει ικανοποίηση που δεν κυλάει στο βούρκο μοναχός. Ο ήλιος έχει πέσει ήδη. Η εκστατική αλληλουχία των refresh, του επιφανειακού διαβάσματος νέων για οποιονδήποτε και οτιδήποτε και η εναλλαγή βίντεο με τα φιλαράκια του, αυτή η νωχελική, απαθής κίνηση του δεξιού τρίτου δαχτύλου προς το ποντίκι, τον κούρασε λίγο.

Βάζει να δει μια καινούργια σειρά. Σκέφτεται το « έχω καεί ρε φίλε στις σειρές», που ξεφουρνίζει με καμάρι στις λιγοστές παρέες του. Θα ήθελε να ταν έτσι η ζωή του, όλοι φαίνονται πιο ενδιαφέροντες εκεί.

Φαί, ταινιούλα και ύπνος. Η επόμενη μέρα φαίνεται προδιαγεγραμμένη, ενόσω η ζωή του είναι κλεισμένη σε λούπα με την μεταβλητή αγέρωχη πρόστυχη και προκλητική να μην δέχεται μια νέα τιμή.

Ταχύτητα, έλλειψη;

Εικόνες, πρόσωπα, αυτοκίνητα που τρέχουν, κίνηση, θόρυβος, στιγμιαία χαρά, κοφτή ανάσα, γρήγορο φτιάξιμο, γρήγορο φαγητό, γρήγορα ταξίδια, γρήγορη μουσική, γρήγορα συναισθήματα, γρήγορο σεξ. Άνθρωποι προκάτ, όνειρα πνιγμένα, ξεχασμένα, φιλοδοξίες, άγχη, πρέπει, αργότερα, ανασφάλεια, συμβιβασμός, σταρχιδισμός, φυγή, θάνατος. Ιδεολογίες σκατά, ανταγωνισμός, εγωισμός, αδράνεια, φανατισμός, δογματισμός, δίπολα, πιόνια που απαιτούνε να πάρεις και εσύ θέση.

 Ξύπνησα. Είχα ιδρώσει. Άκουγα την ανάσα της Χ. δίπλα μου. Το δωμάτιο ήταν κρύο. Άνοιξα το παράθυρο να πάρω λίγο αέρα και να σκεφτώ αυτό που είδα.

Αν στο πω δεν θα με πιστέψεις. Δεν ξέρω πως μπορώ να σε κάνω να το καταλάβεις. Είχαμε διαφορετικά βιώματα βλέπεις. Και όσο νομίζεις ότι είσαι ανοιχτόμυαλος είσαι τόσο απίστευτα κλειστόμυαλος. Αλλά τι να κάνω που σ’ αγαπώ.

Είμαστε ό,τι θυμόμαστε; Part 3

Ενότητα 3.

Η τρίτη μέρα από την νέα μου ζωή ξεκινά. Αυτή τη φορά σηκώνομαι με ένα χαμόγελο και μια αισιοδοξία με διακατέχει. Σκέφτομαι ότι πρέπει να αποδεχθώ πλήρως την κατάσταση και να δω που θα με πάει. Από το μικρό παράθυρο βλέπω ότι βρέχει πολύ. Ακούγεται το σφύριγμα του αέρα πάνω στα τζάμια. Βάζω τον καφέ να ψήνεται και πηγαίνω στην τουαλέτα να δω τι είμαι σήμερα. Απέναντι μου αντικατοπτρίζεται ένα αγόρι γύρω στα έξι. Κάθομαι στον καναπέ και φέρνω δυο γουλιές στα χείλη μου.

Προσπαθώ να μην σκέφτομαι τίποτα. Ορισμένες φορές οι σκέψεις σε μπερδεύουν περισσότερο. Η μοναδική μου επαφή καθαρά με κάτι έξω από αυτό το περίεργο σκηνικό που έχω εγκλωβιστεί είναι το παράθυρο του δωματίου. Κοιτάζοντας από εκεί καταλαβαίνω ότι βρίσκομαι αρκετά ψηλά, τουλάχιστον εικοσιπέντε μέτρα από το έδαφος. Κάτω, διακρίνονται αμάξια, πεζοί, φανάρια, φασαρία, μαγαζιά, όλα εκείνα που συμβολίζουν την χαμένη κανονικότητα, την απόδραση από το υπερρεαλιστικό θέατρο που άθελα μου πρωταγωνιστώ. Σκέφτομαι προς στιγμήν να πέσω από το παράθυρο. Οι σημερινές σωματικές μου διαστάσεις μου το επιτρέπουν. Δεν έχω να χάσω κάτι. Εγκλωβισμένος άλλωστε, πόσο να αντέξω εδώ πέρα; Ο έξω κόσμος φαντάζει τόσο ωραίος τώρα. Απομακρύνομαι προσπαθώντας να αποφύγω την γοητεία του να βάλω τέλος στην τριών ημερών παρανοική ζωή μου.

Κάνω βόλτες στο σπίτι μήπως καταλάβω τίποτα παραπάνω. Δεν με βοήθησε κανένα από τα αντικείμενα που θα μπορούσαν να δώσουν κάποιο στοιχείο για το ποιος είμαι, καθώς και για την απόδραση μου από δω. Ούτε ο υπολογιστής, ούτε οι ντουλάπες, ούτε τα κομοδίνα, ούτε οι βιβλιοθήκες, ούτε τα τετράδια. Η κατάσταση μου θυμίζει ένα καλά δοσμένο γρίφο. Στο μυαλό μου έρχεται ένα παιχνίδι, που χρησιμοποιείται συνήθως για να κάνεις πλάκα σε κάποιον, το κινέζικο finger trap. Πρακτικά, πρόκειται για ένα κυλινδρικό πλεκτό από μπαμπού. Στην μία άκρη βάζεις τον έναν δείκτη του χεριού σου και στην άλλη τον άλλον. Το αστείο είναι ότι όσο προσπαθείς να ξεμπερδέψεις τα δάχτυλα σου, τόσο πιο στενή γίνεται η παγίδα και τόσο περισσότερο μπερδεύεται. Η λύση είναι να ηρεμήσεις και να τραβήξεις αργά τα δάχτυλα σου, πιέζοντας ελαφρά τα άκρα της παγίδας.

Καταχωνιασμένο κάτω από τον καναπέ του σαλονιού παρατηρώ ένα αντικείμενο που δεν είχα προσέξει. Ένα σκουριασμένο ασημί χερούλι. Το μόνο που μπορείς να κάνεις σε ένα παράλογο κόσμο είναι να δράσεις παράλογα, σκέφτομαι χαμογελώντας. Κολλάω με μονωτική ταινία το χερούλι στον τοίχο, στο ιδανικό σημείο που φαντάζομαι ότι θα μπορούσε να υπάρξει μια πόρτα. Τα έπιπλα εξαφανίζονται. Βγαίνω έξω. Αναπνέω. Είμαι. Θυμάμαι.

Είμαστε ό,τι θυμόμαστε; Part 2

Ενότητα 2.

Ξύπνησα από το φως του ήλιου που εισέβαλλε δειλά από το μικρό παράθυρο του δωματίου μου. Σκατά. Δεν θυμάμαι τίποτα. Η για την ακρίβεια θυμάμαι τα πάντα από τις τέσσερις τα ξημερώματα. Χαμογελάω. Είναι παράλογο αυτό που μου συνέβη, νιώθω σαν να είμαι ο πρωταγωνιστής ενός βιβλίου η μιας ταινίας ή έστω μήπως κάποιος μπάσταρδος με χρησιμοποιεί για κανένα κοινωνικό πείραμα και έχει γεμίσει το σπίτι με κάμερες.. Εντωμεταξύ κάτι έχει αλλάξει. Δεν βρίσκομαι στο ίδιο σώμα που βρισκόμουν πριν. Το σώμα μου είναι γυναικείο τώρα! Δεν ξέρω τι να κάνω. Δεν πρέπει να τα παρατήσω. Ανοίγω τον υπολογιστή. Έχει κωδικό. Δεν με βοηθάει τίποτα. Κάποιος παίζει ένα περίεργο παιχνίδι, δεν εξηγείται αλλιώς. Στο μυαλό μου χορεύουν περίεργα σενάρια και χαώνομαι τελείως. Πρέπει να βγω επιτέλους από αυτό το κωλόσπιτο. Και όμως το πιο εξωφρενικά παράλογο συμβαίνει. Δεν υπάρχει πόρτα να οδηγεί προς τα έξω.. Απορώ πως δεν το πρόσεξα χθες. Σαν να είμαι εγκλωβισμένος σε ταινία του Μπουνιουέλ ή σε βιβλίο του Κάφκα. Χαμογελάω και κατευθύνομαι προς τον καθρέφτη. Τα πάντα στο σπίτι είναι ίδια εκτός από μένα.

Μια γλυκιά ύπαρξη εμφανίζεται στον καθρέφτη. Ξανθιά μαλλιά, μαύρα αμυγδαλωτά μάτια, άσπρο δέρμα και γλυκά κόκκινα χείλη. Παραπατάω προς τα πίσω. Πηγαίνω και κάθομαι ξανά στον καναπέ. Προσπαθώ χρησιμοποιώντας την λογική μου να καταλήξω σε κάποιο ρεαλιστικό σενάριο. Δεν υπάρχει, ποιόν πάω να κοροϊδέψω; Πρέπει να δεχτώ την μοίρα μου και να πορευτώ ανάλογα. Μαλακίες. Δεν θα τα παρατήσω, θα χρησιμοποιήσω ότι μπορώ για να καταλάβω τι γίνεται. Περνάω όλη την ημέρα ψάχνοντας τα συρτάρια του κομοδίνου, την ψυχαναγκαστικά ταχτοποιημένη ντουλάπα που φιλοξενεί όπως φαίνεται ρούχα διαφορετικών φύλων, στυλ και ηλικιών. Διάβασα κάθε σελίδα των μουτζουρωμένων τετραδίων που βρήκα στη βιβλιοθήκη. Τα περισσότερα περιέχουν σημειώσεις από διάφορα πανεπιστημιακά μαθήματα. Όλα έχουν τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα. Τον δικό μου άραγε; Αυτό είναι εύκολο να το διαπιστώσω. Πιάνω το μολύβι και βλέπω σιγά σιγά να σχηματίζονται λέξεις με τον γραφικό χαρακτήρα που παρατηρώ επί ώρες. Δεν μπορώ να ελέγξω τι γράφω, μια περίεργη εξωτερική δύναμη με οδηγεί. Έχω γεμίσει μια σελίδα με την φράση « Δεν έχει νόημα να ψάχνεις, η αλήθεια βρίσκεται μέσα σου». Έχει βραδιάσει και είμαι πολύ κουρασμένος. Περιμένω με μαζοχιστικό ενθουσιασμό να δω τι θα μου επιφυλάξει η αυριανή μέρα…

Η συνέχεια και το τέλος εδώ
Είμαστε ό,τι θυμόμαστε; Part 3

Είμαστε ό,τι θυμόμαστε; Part 1

Ενότητα 1.

Ξύπνησα από τον εκνευριστικό ήχο του ξυπνητηριού. Σηκώθηκα αυτόματα, νιώθοντας το κεφάλι μου τελείως άδειο. Που είμαι; Ποιος είμαι; Γιατί έχω βάλει το ξυπνητήρι μου να χτυπήσει τέσσερις η ώρα τα ξημερώματα;

Παρατηρώ το δωμάτιο που βρίσκομαι. Δεν μου θυμίζει τίποτα οικείο. Ένα φτωχικό κρεβάτι, ένα κομοδίνο, ένα γραφείο, μια ντουλάπα, ένας υπολογιστής. Ο τοίχος είναι βαμμένος κίτρινος και το δωμάτιο μοιάζει ξένο και μουντό. Νιώθω ταχυκαρδία και άγχος. Είναι περίεργο συναίσθημα να μην θυμάμαι τίποτα για το ποιος είμαι, αν σπουδάζω, αν δουλεύω, πρόσωπα, φίλοι, συγγενείς, που μεγάλωσα, που γεννήθηκα… Χάος. Δεν νιώθω καμία σύνδεση με τον εαυτό μου.

Προσπαθώ να ηρεμήσω. Οι σκέψεις με επισκέπτονται με την ταχύτητα που μια σφαίρα φεύγει από το όπλο ενος redneck.. Μπορεί να έφαγα φρίκες από κανένα τρελό hangover ή ποιος ξέρει τι μαλακίες δοκίμασα χθες. Παροδικό θα είναι. Μετακινούμαι να παρατηρήσω το σπίτι, μήπως θυμηθώ τίποτα. Το σπίτι είναι αρκετά απλά επιπλωμένο, μικρό και με χαμηλούς τοίχους. Ελαφρά καταθλιπτικό. Γύρω στα 40 τετραγωνικά. Χαζεύω την βιβλιοθήκη. Βιβλία φιλοσοφίας, λογοτεχνίας, ψυχολογίας, μαθηματικών. Βλέπω μια φωτογραφία πάνω από το ψυγείο. Ένας άντρας αγκαλιά με μια κοπέλα γύρω στα 25. Τα πρόσωπα είναι ξεθωριασμένα. Αυτό είναι. Τρέχω αγχωμένος στην πόρτα που λογικά θα οδηγεί στην τουαλέτα να δω πως είμαι. Τι φρίκη να μην ξέρεις καν πως είσαι…

Φοβάμαι να αντικρύσω το πρόσωπο και το σώμα μου. Δεν γαμιέται… Θέλω να σκεφτώ λίγο, πάω να ετοιμάσω έναν καφέ. Κάθομαι στον καναπέ και κλείνω τα μάτια μου. Τι είμαι τελικά; Τι είστε όλοι εσείς; Είστε το σώμα ή το πρόσωπο σας; Η εξωτερική προβολή του εαυτού σας; Η πρώτη άποψη είναι αυτή που μένει συνήθως αναλλοίωτη και κρίνεται κυρίως από την εξωτερική εμφάνιση. Μύτες, δόντια, στόματα, αυτιά, μυς, συμμετρία. Φαντάσου μια πραγματικότητα που θα φορούσες προσωπεία συνεχώς. Θα ήσουν εσύ μετά; Θα συμπεριφερόσουν με τον ίδιο τρόπο;

Τελικά τι είμαστε; Μήπως είμαστε οι σκέψεις μας ή οι μνήμες μας; Οι τραπεζικοί λογαριασμοί, τα σπίτια μας, τα χόμπι ή οι σεξουαλικές μας εμπειρίες; Και γω τι είμαι τώρα; Ακόμα σκέφτομαι, δρω, έχω μια ηθική, αξιολογώ, κρίνω. Είμαι ένα βαθύ πηγάδι χωρίς νερό, μια κατάμαυρη λίμνη που δεν διακρίνεις τίποτα από την επιφάνεια, ένα πρόσωπο χωρίς μάτια. Αλλά νιώθω εγώ. Γιατί εσείς νομίζετε ότι ξέρετε τι είστε στην τελική; Οι σκέψεις σας απλά σας ελέγχουν, σας αγχώνουν, σας απομακρύνουν από τον εαυτό σας. Και η μνήμη λειτουργεί αρνητικά, άμα δεν έχετε κριτική σκέψη. Θυμάστε μια ιστορία και καταλήγετε σε χίλια δύο συμπεράσματα, μπερδεμένοι από τις αυταπάτες αιτίου και αιτιατού. Φταίει η γαμημένη λειτουργία των νευρώνων μας που λειτουργεί με δυαδικά μοτίβα. Με μηδέν και ένα. Με on και off. Καταδικασμένοι να κρίνουμε και να αντιλαμβανόμαστε μέσα από ένα συγκεκριμένο πρίσμα τα πράγματα χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Μπόλικες αυταπάτες αιτιοκρατίας και αντικειμενικότητας.

Σηκώνομαι. Κατευθύνομαι προς την τουαλέτα. Στον καθρέφτη διακρίνω έναν μελαχρινό αδύνατο άντρα με έντονα χαρακτηριστικά, μπλε διεισδυτικά μάτια, λεπτά χείλη και μακριά μαλλιά. Δεν μου θυμίζω τίποτα, ξενερώνω. Το πρόσωπο στην φωτογραφία ήταν διαφορετικό. Τώρα απομένει να καταλάβω ποιος είμαι. Άμα ψάξω τα συρτάρια ή τον υπολογιστή μπορεί να βρω κάτι. Οι έντονοι μαύροι κύκλοι στο πρόσωπο που με κοιτάζει στον καθρέφτη με συμβουλεύουν να πάω να κοιμηθώ. Μπορεί άμα ξυπνήσω να τα θυμηθώ όλα. Όποιος και αν είναι ο λόγος που χτύπησε το ξυπνητήρι στις 4, ας πάει να γαμηθεί.

Παλιάτσος

Η συνέχεια εδώ
Είμαστε ό,τι θυμόμαστε; Part 2

Artistic license

The greatest problem with art, especially what could be conceived as “great art”, is its association with sadness and depression, the frustration of the spirit. It is common knowledge today, that creativity can only flourish in sacrifice, in the denial of happiness, and any works of art denuded of this existential terror, any artistic products of a happy mind, are vain and superficial.

But this perception presents an interesting quandary: art is a mirror to life, and, like all mirrors, it can distort, as much as illuminate. It can inform reality, and thus form it, change it. Therefore, art can have a tremendous impact in our lives. In that respect, there is no greater hypocrite than the archetypal unhappy artist.

Creativity is nothing if not an instinct, an overpowering urge to stoke our inner fires into a luminous pyre that burns all our self doubts, all those things that keep us small and insignificant, and kindles the same flame in those around us; so, together, we can proudly illuminate this part of the cosmos that we inhabit. In order for artists to be the conduit for this transformation, though, they will need to envisage the change they want to bring upon the world. A blackened, tarnished mirror, no matter how beautifully made, will never reflect the starlight.

And thus, creators of art need to be conscious of their choice: will they strive to cherish the light in the world, to amplify the happiness, the joie de vivre that is humanity’s birthright? Or will they let their art be a hymn to gloom and despair?

That said, of course, we need to be careful not to censor the darker side of our creativity, as it is an integral part of the spectrum of human expression. Our lives are, after all, a beautiful mosaic of laughter and tears, of fear and its conquest, while in the background Time and Death sing their haunting hymn to impermanence. In that context, we need art to ground us, to remind us that sadness is as integral to the human experience (and as temporary) as happiness, to take the edge off our existential agony.

Art can be lighthearted and, at the same time, deep and profound. It can bring our deepest fears and sorrows to light and thus deprive them of their power over our psyche. It can open a small door for the ineffable to escape from the world of ideas into reality. So let us make art a bright, polished mirror, through which we can look at ourselves and see life in its beautiful, magnificent entirety. Let us make art real.

Serotonin Addicted

Έλλειψη

Έλλειψη ταυτότητας. Έλλειψη ταύτισης. Αλλάζουμε επειδή μεγαλώνουμε ή μεγαλώνουμε επειδή αλλάζουμε;Τα πάντα κινούνται γρήγορα. Δεν τα προλαβαίνω. Μην γελάς. Ξέρω γαμιέται το φρένο, αλλά δεν ένιωσες ποτέ την έλλειψη του όσο εγώ.

Ζούμε, γελάμε, αλληλεπιδράμε σε ένα παιχνίδι που δεν καθορίζουμε έστω και λίγο, έχοντας την αυταπάτη ότι το καθορίζουμε. Ξαπλώνουμε στην ασφάλεια ενός διογκωμένου εγώ που ξεγελάει την ασημαντότητα μας. Τουλάχιστον προσωρινά. Βαθιά το ξέρουμε. Ντύνουμε το εγώ με διαφορετικούς τρόπους, άλλοτε με χρυσά λαμπερά κοσμήματα και πολυτελή ατομοδιαφορετικότητα, άλλοτε λίγο πιο εναλλακτικά με επαναστατική, λιτή και ματσό αισθητική. Αλλά το εγώ υπάρχει στην γωνία χαμογελώντας χαιρέκακα, περήφανο και μεγεθυμένο να διαλύει κάθε μεγάλη ιδέα, να μας διαχωρίζει, να μας κάνει ελιτιστές, διαφορετικούς, ονειροπόλους, κομπλεξικούς. Να μας ξεχωρίζει.

– Φοβάσαι αυτό που είσαι. Κράζεις αυτό που φοβάσαι. Κράζεις αυτό που είσαι.

Η ομορφιά βρίσκεται στην αβεβαιότητα. Η ομορφιά δεν υπάρχει. Ούτε η αβεβαιότητα. Η ομορφιά αν υπάρχει, θα υπάρχει σε ένα χρώμα, μια μυρωδιά, μια γεύση, ένα φεγγάρι και ένα φιλί. Μεγαλώνεις για να καταλάβεις ότι κάποτε τα ήξερες όλα.
Συμβάσεις, λεκτικές συμβάσεις, καταραμένοι να δρούμε σε ένα φιλτραρισμένο δυιστικό μοτίβο. Μανιχαιστικά κάγκελα μας κρύβουν τον ήλιο. Αλλά δεν έχει σημασία.
Τίποτα δεν έχει σημασία. Δηλαδή όλα.

Παλιάτσος