Εκείνος κοιτούσε το κενό,

σπάνια εστίαζε.

«Δεν ξέρει που βρίσκεται,

δεν ξέρει αν ζει,

ούτε καταλαβαίνει τι είναι η ζωή».


Χάιδεψα την πλάτη του

που με ευκολία άναψε στα δύο.  

«Εμένα μου φαίνεται πως καταλαβαίνει μια χαρά».


Πολύχρωμα χρώματα και αλεπούδες.

«Αν αφήσω το χέρι σου, να θυμάσαι!

Κάτι πηγαίνει λάθος».


Εκείνος κι εγώ,

περπατήσαμε σχεδόν

ως εκεί που η Γη

συναντά κάποιον άλλον πλανήτη.

Εκεί που συμβαίνει η μαγική μεταμόρφωση.

Ήμασταν άλλοι.

Μου χάρισε τα μαλλιά και τη μύτη του.

Εγώ τα χέρια και τα χείλη μου.


Στο χωνευτήρι πάει κανείς

για να αδειάσει το ζαλισμένο του μυαλό.


Καλημέρα,

αν υπάρχει μέρα που να ξημερώνει.



Elen CH.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.