Ο ξενώνας

Σε ένα φτηνό ξενώνα,
σε μια σχολή καταδύσεων,
πέφτω να κοιμηθώ.
Στους τοίχους έχει τρύπες και σαύρες.
Κουνούπια σουλατσάρουν στο σκοτάδι.
Εγώ και άλλοι έντεκα άγνωστοι μου άνθρωποι σε ένα μικρό δωματιάκι κάπου μακριά.
Δεν είναι πολύ ωραίο το δωμάτιο, αλλά είναι τζάμπα.
Στο backpack μου μόνο τρία εκατομμύρια dong και 2 σχεδόν άδειες πιστωτικές κάρτες.

Μες τη μέρα μοιράζω φυλλάδια στην παραλία για να προμοτάρω την σχολή.
Στα φυλλάδια η διεύθυνση είναι λάθος, σ’ αυτή τη χώρα επικρατεί ένα αρμονικό χάος.
Βαριέμαι και απλά μιλάω με τον κόσμο με τις ώρες.
Έχει άπειρη ζέστη.
Οι ντόπιοι φοράνε μακριά τζιν και παντόφλες και χαμογελάνε όταν λέω κάποιες λέξεις στη γλώσσα τους.

Φλύαροι Καναδοί,
Αμερικάνοι χωρίς χιούμορ,
αμίλητοι Ρώσοι γκανγκστερς,
ένας Κινέζος σαν να βγήκε από βουδιστικό βιβλίο
και ένας Γερμανός τόσο ίδιος με μένα.

Παράνομα παιχνίδια πόκερ σε ένα δωματιάκι του ξενώνα,
μπαν μι και ρύζι με σως ψαριού,
βόλτες με τις μηχανές και κερασμένα πολυτελή γεύματα,
κλεμμένο αλκοόλ, περιπετειώδεις νύχτες και
παιχνίδια σε μπιλιαρδάδικα με τις Βιετναμέζες καμαριέρες.

Κούραση από το συνεχές ταξίδι.
Η πιο γλυκιά κούραση σκέφτομαι και ανυπομονώ για τη επόμενη μέρα.

*3 εκατομμύρια dong αντιστοιχούν σε 100 περίπου ευρώ.

Από την πρώτη ποιητική συλλογή του Παλιάτσου, Σανούκ

Γιν και Γιανγκ

Απληστία εσωτερική,


αφθονία υλικών αγαθών.
Ο καταναλωτισμός σκοτώνει τη ζωή
και τη μετάβαση στο samadhi.

Το ήρεμο μυαλό δεν έχει εθισμούς
ούτε είναι έρμαιο σε περίπλοκους στοχασμούς.

Ενώ ταξιδεύω
γνωρίζω πιο καθαρά
τα ελαττώματα μου
και τα προτερήματα σου.
Τη ζωή και το θάνατο.
Την ελευθερία και την έλλειψη της.
Γιν και Γιανγκ.

Από την πρώτη ποιητική συλλογή του Παλιάτσου, Σανούκ

Πρώτη ματιά

Δεν ταξιδεύω για να αποδράσω από τη ζωή,

ταξιδεύω για να μην αποδράσει η ζωή από μένα.

Ζω, αναπνέω, μαθαίνω και όλα μοιάζουν καινούργια

όπως θα έπρεπε καινούργια να μοιάζει κάθε μέρα μου.


Οικοδεσπότες που τα μοιράζονται όλα,

ωτοστόπερς που δεν γνωρίζουν τον κίνδυνο,

ντόπιοι που σε κοιτάνε σαν να ήρθες από τον Άρη,

μιλάνε περίεργα, σε κοιτάνε έντονα, χαμογελάνε και βοηθάνε.


Κίνηση, καυσαέριο, υγρασία και μόλυνση.

Τριγύρω μου αυτοσχέδια εστιατόρια και εξωτικά καυτερά φαγητά,

βουδιστικές παγόδες και τεράστια εμπορικά κέντρα,

πολλά διαφορετικά χαμόγελα και mai pen rai – δεν πειράζει μωρέ όλα καλά.


Από την πρώτη ποιητική συλλογή του Παλιάτσου, Σανούκ

Το τώρα

Οι στιγμές κυλάνε

όπως μια σταγόνα όταν πέφτει στην θάλασσα·

ένας μικρός παφλασμός

κι ύστερα χάνεται.


Το τώρα που ζεις,

γίνεται παρελθόν

στο τσακ ενός αναπτήρα.


Οι μέρες περνάνε,

όπως τα ηλιοβασιλέματα σβήνουν.

Όσο όμορφα και μοναδικά

στο τέλος χάνονται και αυτά·

άλλωστε αυτό τα καθιστά μοναδικά.

Μια σταγόνα

Οι σταγόνες κατευθύνονται δίχως επιλογή στον αιτιοκρατικό και θανατηφόρα σκληρό προορισμό τους. Την στιγμή που προσγειώνονται, αφήνουν ένα χαμηλό ήχο, ασυναίσθητο στα υποκείμενα που βρίσκονται κοντά. Στην πραγματικότητα, ουρλιάζουν και κλαίνε για το σύντομο παρόν τους. Αυτό το παρόν κατά το οποίο αντιλαμβάνονται την πρόσκρουσή τους διαρκεί πέντε δευτερόλεπτα. Βέβαια, το πώς αντιλαμβάνονται οι σταγόνες την έννοια του χρόνου είναι δύσκολο να εξηγηθεί.

Το παρόν δεν το ζει ο Γιώργος. Το αποφεύγει, ταλαντεύεται αόριστα και βολικά σε ένα παρελθόν που διαρκώς μετανιώνει για τις επιλογές του και σε ένα μέλλον πολλά υποσχόμενο που αναβάλλεται συνεχώς. Σε ένα ανούσιο γιατί και δύο θλιβερά αν και όταν. Μόνιμα αγχωμένος, μόνιμα στρεσαρισμένος κάνει σχέδια για το πώς θα ζήσει σ’ αυτό το αόριστο, φανταστικό διαφορετικό μέλλον-παρόν.

Έχει καπνίσει ένα τσιγάρο και κάθεται χαλαρός στο παρκάκι κοντά στο σπίτι του. Το πάρκο του, όπως το αποκαλεί, χαριτολογώντας, μιας και είναι το μέρος που καταφεύγει από μικρό παιδί όταν οι σκέψεις συσσωρεύονται με μεγάλη συχνότητα στο κεφάλι του. Σήμερα ήταν διαφορετική μέρα, το ένιωθε. Ξαπλώνει και αφήνει τον ήλιο να χαϊδέψει το σώμα του. Το μυαλό του γυρίζει τρία χρόνια πριν. Κατεβαίνοντας από τον Όλυμπο, παρέα με τα πεσμένα φθινοπωρινά φύλλα, τις χιονισμένες βουνοκορφές και μια θέα γεμάτη ζωή συνάντησε έναν περίεργο γέρο. Του έκανε εντύπωση η εμφάνιση του, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο λόγο. Συμβαίνει αυτό μερικές φορές. Σκυφτός από τα χρόνια, με πολλές ρυτίδες και αραιά μεγάλα λευκόξανθα γένια να στολίζουν το πρόσωπο του, αγέρωχος, περήφανος, μοναδικός. Ο γέρος τον πλησιάζει και του ψιθυρίζει: <<Βούτα>>.
Ύστερα τον βλέπει σαστισμένος να απομακρύνεται αργά. Δεν ήταν σίγουρος αν ήταν κάτι που έγινε ή αν απλά το φαντάστηκε.

 ― Άραγε η σταγόνα, είχε διαφορετική επιλογή;

Ο Γιώργος πλέον παίρνει τις απαραίτητες δόσεις από ζωή, παρακολουθώντας ταινίες, σειρές και ξοδεύοντας χρόνο στα social media. Δρα βλέποντας ταινίες δράσης ή παίζοντας παιχνίδια δράσης ενίοτε. Ερωτεύεται βλέποντας ερωτικές ταινίες και φλερτάρει κάνοντας like και follow. Τρώει μόνο fast food. Αθλείται βλέποντας άλλους να αθλούνται. Κάνει σεξ παρατηρώντας άλλους να κάνουν σεξ. Αγγίζει πατώντας κουμπιά, χαμογελάει σε κάμερες κινητών και δικαιολογείται ασύστολα, μένοντας πάντα στο αόριστο, αδύναμο, μη πεπραγμένο. Στην πραγματικότητα έχει αρχίσει να πέφτει προς το έδαφος και αυτός. 

― Δεν βούτηξε ποτέ.

Για την πατρίδα

Σε μισώ αλλά το είχα ξεχάσει,
γιατί είσαι τόσο παλιά και ξεπερασμένη·
αυστηρή χωρίς να έχεις τη δύναμη
μοναχά την εξουσία.
Καταφέρνεις πάντως να σκοτώνεις τα παιδιά σου μερικές φορές,
τουλάχιστον τις επιθυμίες τους συχνότερα,
η αν όχι, τα διώχνεις μακριά σου,
σε μέρη μακρινά,
μέρη πιο κρύα και διαφορετικά.
Νιώθουν λίγο ότι δεν ανήκουν εκεί,
ίσως και να τους λείπεις καμιά φορά,
πόσο παράλογο – εκεί τους φέρονται με μεγαλύτερο σεβασμό.

Συγγνώμη,
αλλά θα ήθελα να σε σπρώξω,
να σου ουρλιάξω στο αυτί,
να σε βαρέσω, να σε πληγώσω, να σε σκοτώσω, να σε αναστήσω.
Αλλά δεν θα με πρόσεχες·
είσαι ακόμα πολύ φοβισμένη για να αλλάξεις.

Το μελάνι

Το μελάνι. Μαύρο, κατάμαυρο. Γράφει. Και τα δευτερόλεπτα, τα λεπτά, οι ώρες, οι μέρες, τα χρόνια, οι αιώνες περνάνε. Περνάνε και φεύγουν. Δεν ξανάρχονται ποτέ πίσω. Τίποτα δεν αλλάζει. Εκτός αν δ…

Κάποιοι άνθρωποι είναι απάνθρωποι. Οι απάνθρωποι είναι άνθρωποι. Οι άνθρωποι γίνονται απάνθρωποι. Οι απάνθρωποι ξαναγίνονται άνθρωποι. Θέλει κόπο μάλλον. Όμως γίνεται. Γίνονται περισσότερα απ’ όσα νομίζεις, απλά εσύ βάζεις ένα όριο για να δικαιολογήσεις την δειλία σου. Αχ πόσο λατρεύεις αυτά τα όρια και τα κουτάκια που σε απενοχοποιούν από την μικροαστική σου πραγματικότητα. Και πάντα γίνεται κάτι μέχρι εκεί που το πας εσύ. Οι άλλοι και αυτό.. και εκείνο.. και γι’ αυτό τα κάνουν αυτά.. Αλλά εγώ τι να κάνω.. Στην… Θέλει κόπο, κάτι που είμαστε προγραμματισμένοι να αποφεύγουμε. Ρομπότ, ανέκφραστες μαρ…

Αύριο, είναι καινούργια μέρα. Κ-Α-Ι-Ν-Ο-Υ-Ρ-Γ-Ι-Α-. Καιρός να συμβαδίσεις μαζί της. Η ρουτίνα δεν εμπεριέχει κάτι καινούργιο. Το περιεχόμενο της ρουτίνας είναι σαν μια εφημερίδα που έχει κρύψει ο παππούς σου κάτω από το κρεβάτι. Μια εφημερίδα του 1985. Δεν τον ρώτησες ποτέ γιατί τις μαζεύει. Για ρώτα.. Το σενάριο της ρουτίνας χιλιοπαιγμένο, σαν μια χολυγουντιανή ταινία του σαββατοκύριακου που γεμίζει ανούσια, ένα ούτως η άλλως ανούσιο δίωρο σου. Από αυτές με τα μεγάλα βυζιά, τις εύκολες ηθικολογίες και τους χαζούς ρομαντισμούς. Σίχ…

Η εμφάνιση της δεν εμπεριέχει τίποτα εντυπωσιακό. Είναι ότι πιο κοινότοπο κυκλοφορεί εκεί έξω. Πάντα κοστουμαρισμένη, στυλιζαρισμένη, ατσαλάκωτη και με ένα ψεύτικο χαμόγελο. Τα καταλαβαίνεις τα ψεύτικα χαμόγελα.. Και πάντα πρόθυμη να σχολιάσει οτιδήποτε παρεκκλίνει. Ας κράξουμε αυτούς που κάνουν πάντα αυτά που φοβ..

Τελικά είσαι ότι διαλέγεις. Στο χέρι σου είναι όλα τα χαρτιά. Το ότι δεν θα μπεις σε καμιά παρτίδα, είναι δικό σου πρόβλημα. Έτσι θα περάσει η ζωή σου, δίνοντας λίγο λίγο από το απόθεμα σου μέχρι το τέλος, αρνούμενος να παίξεις. Αρνούμενος να νιώσεις την απλή χαρά του παιχνιδιού, επειδή φοβάσαι μήπως χάσεις. Που να ήξερες ότι ο χαμένος τα παίρνει όλα τελικά.

Δαιδαλώδες

Εκείνος κοιτούσε το κενό,

σπάνια εστίαζε.

«Δεν ξέρει που βρίσκεται,

δεν ξέρει αν ζει,

ούτε καταλαβαίνει τι είναι η ζωή».


Χάιδεψα την πλάτη του

που με ευκολία άναψε στα δύο.  

«Εμένα μου φαίνεται πως καταλαβαίνει μια χαρά».


Πολύχρωμα χρώματα και αλεπούδες.

«Αν αφήσω το χέρι σου, να θυμάσαι!

Κάτι πηγαίνει λάθος».


Εκείνος κι εγώ,

περπατήσαμε σχεδόν

ως εκεί που η Γη

συναντά κάποιον άλλον πλανήτη.

Εκεί που συμβαίνει η μαγική μεταμόρφωση.

Ήμασταν άλλοι.

Μου χάρισε τα μαλλιά και τη μύτη του.

Εγώ τα χέρια και τα χείλη μου.


Στο χωνευτήρι πάει κανείς

για να αδειάσει το ζαλισμένο του μυαλό.


Καλημέρα,

αν υπάρχει μέρα που να ξημερώνει.



Elen CH.

Τέλος/Αρχή

Περνάνε οι νύχτες

Στέκομαι εγκλωβισμένος στη εθιστική ικανοποίηση του να μην κάνεις τίποτα

Στην ψυχαναγκαστική προσπάθεια να αποδείξω πάλι

και πάλι

και ξανά

σαν ποντίκι στην ρόδα που κινείται συνεχόμενα,

σαν γάτα που κυνηγάει την ουρά της σε ένα αέναο παιχνίδι βασανιστήριο,

σαν νυχτοπεταλούδα που πληγώνει συνεχώς τον εαυτό της αναζητώντας το φως

Δεν θα σταματήσει μέχρι το αναπόφευκτο τέλος,

αφελείς ηδονιστές.

Λέξεις που κυλάνε χωρίς νόημα

Λέξεις γνωστές, τετριμμένες, άχαρες

Λέξεις που φτύνονται στα ραγισμένα πεζοδρόμια

Άδειες σκέψεις που σου τσακίζουν την ψυχοσύνθεση

ανούσιες, επικίνδυνες,

δώρο του μαύρου δράκου που στέκεται δίπλα μου

και με σπρώχνει στην γνώριμη και μακρινή άβυσσο

που με συντροφέυε κάποιες φορές

ολοένα και πιο σπάνιες,

πικρή παρέα


Την στιγμή που μπορούσα να σκοτώσω

αποφάσισα ότι αν είναι να το κάνω

το θύμα θα είναι ο εαυτός μου,

τότε ξαναγεννήθηκα.

5 Χαϊκου της ανοιξης – Μερος 2

Hearts are like flowers:
you nurture them in winter,
then they bloom in spring

Όχθες της λίμνης
Ρυτιδώνουν τα νερά
επιθυμίες

Sunrays on his skin,
the wordsmith still remembers
the Chinese mountains

Ρηχό ποτάμι
κυλάει ορμητικά.
Θα το διασχίσεις;

When bones turn to dust
and mighty cities crumble,
plum trees blossom still